Πρωί, στον χώρο των Δικαστηρίων, λίγο πριν από ένα «δύσκολο» Δικαστήριο. Η ένταση των διαδίκων εμφανής στις εκφράσεις του προσώπου τους, στις κινήσεις τους, στις φωνές τους. Τα συναισθήματά τους σαν χείμαρρος έτοιμα να παρασύρουν το ο,τιδήποτε στο πέρασμά τους. Βλέπετε, όλες οι διάδικες πλευρές θεωρούν πως έχουν δίκιο και πρέπει οπωσδήποτε να το βρουν. Και είναι αλήθεια. Έχουν δίκιο. Όλοι.

Γιατί ο κάθε ένας από αυτούς έχει την δική του οπτική γωνία, που σμιλεύεται από τις δικές του ανάγκες, τις δικές του βαθύτερες επιθυμίες, οι οποίες, για κάποιο λόγο δεν μπόρεσαν να ακουστούν κι έτσι σκεπάστηκαν και θέριεψαν, δημιουργώντας ένα κουβάρι παρεξηγήσεων και παρερμηνειών. Και τώρα ο κάθε ένας από αυτούς απαιτεί από το Δικαστήριο να ξετυλίξει αυτό το κουβάρι και να τον δικαιώσει. Κατά πόσο, όμως, είναι αυτό δυνατό να συμβεί; Μπορεί μια δικαστική απόφαση να δικαιώσει όλα τα εμπλεκόμενα μέρη;  Δυστυχώς, η εμπειρία των χρόνων έως και σήμερα έχει δείξει πως η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι όχι. Τι γίνεται, λοιπόν, με τον διάδικο ή τους διαδίκους εκείνους, οι οποίοι θεωρούν πως αδικήθηκαν από μια δικαστική απόφαση; Θα προσφύγουν πιθανώς σε ένα ανώτερο Δικαστήριο με αναμφίβολο, επίσης, αποτέλεσμα. Και όλα αυτά σε βάθος χρόνου με το πρόβλημα να συνεχίζει να τριβελίζει το μυαλό, την ψυχή και την τσέπη τους.

Άραγε μπορεί να γίνει διαφορετικά; Μπορούν οι θυμωμένοι, εξοργισμένοι πολλές φορές μεταξύ τους διάδικοι να πάρουν και πάλι τον έλεγχο της υποθέσεώς τους στα χέρια τους και να επιτύχουν οι ίδιοι μια αποτελεσματική, γρήγορη και οικονομική λύση και μάλιστα όχι μόνο στο επίπεδο της υποθέσεώς  τους, αλλά και σε ανθρώπινο επίπεδο; Μπορούν οι συνήγοροι, που αφιερώνουν πάρα πολλές εργατοώρες στην πορετοιμασία μιας υποθέσεως, στερώντας τον εαυτό τους από την οικογένειά τους και από την εν γένει προσωπική τους ζωή, να συνεισφέρουν ουσιαστικά στην εύρεση μιας τέτοιου είδους λύσεως, έχοντας οι ίδιοι από κοινού με τους εντολείς τους τον έλεγχο του όποιου αποτελέσματος, δίχως τον κίνδυνο να εξαρτάται αυτό από εξωτερικούς και μόνον παράγοντες; Όσο και εάν αυτό ακούγεται αρχικά δύσκολο,  η απάντηση είναι θετική και έρχεται μέσα από τον πολυσυζητημένο στις ημέρες μας θεσμό της Διαμεσολάβησης.

Με την διαδικασία να εκτυλίσσεται κεκλεισμένων των θυρών στους ειδικά προς τούτο διαμορφωμένους χώρους, στον χρόνο, που εξυπηρετεί την κάθε υπόθεση χωρίς καμία απολύτως πίεση και έχοντας ο κάθε ένας από τους εμπλεκόμενους τον Δικηγόρο του στο πλευρό του από την αρχή μέχρι το τέλος, δημιουργείται ένα αίσθημα ασφάλειας στα μέρη, το οποίο τους επιτρέπει να εκφράσουν ελεύθερα τα συναισθήματά τους, τους φόβους τους, τις ανησυχίες τους, τους επιτρέπει ακόμη και να φωνάξουν, να κλάψουν, να συγκρουστούν άφοβα. Και τότε συμβαίνει κάτι πραγματικά υπέροχο: η ένταση σιγά σιγά αποφορτίζεται. Η οργή καταλαγιάζει αφήνοντας πλέον ελεύθερο χώρο στις βαθύτερες ανάγκες, στις βαθύτερες επιθυμίες των μερών, ώστε να ακουστούν και αυτές με την σειρά τους και έτσι σιγά σιγά έρχεται στην επιφάνεια η ουσία του προβλήματος και το κουβάρι αρχίζει να ξετυλίγεται.

Ωστόσο, πολλοί ρωτούν: αν δεν μπορούμε να τα βρούμε μόνοι μας, ποιος ο λόγος να πάμε στην Διαμεσολάβηση και όχι απευθείας στα Δικαστήρια; Η απορία εύλογη, καθώς προέρχεται από την ασφάλεια, που δημιουργεί το γνώριμο, το τόσα χρόνια οικείο στον άνθρωπο Δικαστήριο. Η απάντηση, ωστόσο, περισσότερο εύλογη, καθώς βρίσκεται πιο κοντά στην ουσία του ανθρώπου, η οποία δεν είναι άλλη από την επιθυμία του να εκφράσει τα συναισθήματά του, να επικοινωνήσει τις ανάγκες του, να βρει στο πρόβλημά του την λύση εκείνη, που θα τον κάνει να νιώσει βαθιά ικανοποίηση. Και μια τέτοια λύση, μπορούν να την βρουν μόνο τα ίδια τα εμπλεκόμενα μέρη, γιατί μόνο αυτά γνωρίζουν καλύτερα τις βαθύτερες ανάγκες και τις επιθυμίες τους. Πώς, όμως, μπορούν να φτάσουν σε τέτοιες λύσεις όταν οι φωνές του καθενός είναι τόσο δυνατές, που ο άλλος δεν μπορεί να ακούσει αυτό, που πραγματικά λέγεται, όταν τα συναισθήματα είναι τόσο έντονα, ώστε θολώνουν την σκέψη και την ορθή τους κρίση, όταν ο φόβος κυριαρχεί και η ανασφάλεια αποτρέπει κάθε ίχνος επιστοσύνης του ενός προς τον άλλον;

Αυτή ακριβώς την στιγμή οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη ενός ασφαλούς περιβάλλοντος, ενός έμπιστου, αντικειμενικού, ουδέτερου τρίτου προσώπου, που θα μπορέσει να αγκαλιάσει και να σεβαστεί τα συναισθήματά τους, τις ανησυχίες τους, τις ανασφάλειές τους, να ακούσει, να αφουγκραστεί πίσω από τις φωνές τους, να απορροφήσει και να αμβλύνει  τους κραδασμούς τους, να τους βοηθήσει να δουν πιο καθαρά τα πράγματα. Αυτό ακριβώς κάνει ο ειδικά εκπαιδευμένος προς τούτο Διαμεσολαβητής, ο οποίος δημιουργεί το ασφαλές περιβάλλον, που τόσο πολύ έχουν ανάγκη οι άνθρωποι σε αυτές τις τόσο ευαίσθητες  στιγμές τους, αφήνοντας τους χώρο να κινηθούν και να εκφραστούν ως πρόσωπα και όχι μόνον ως «νομικά προβλήματα». Και μέσα σε αυτό το ασφαλές περιβάλλον της Διαμεσολάβησης, δημιουργούνται οι πλέον κατάλληλες συνθήκες, που επιτρέπουν στους πληρεξουσίους Δικηγόρους των εμπλεκομένων μερών να προσφέρουν ουσιαστικά τις υπηρεσίες τους, τις γνώσεις τους και την βοήθειά τους στους ανθρώπους, που τους εμπιστεύονται, ξεδιπλώνοντας όλες τις δυνατότητες και τη δυναμική τους, πραγματώνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τον σκοπό των πολυετών σπουδών και εργασιών τους, που δεν είναι άλλος από την σπουδαία συνεισφορά τους στην αποκατάσταση της ειρήνης στις σχέσεις των ανθρώπων. 

 

 Για όλους αυτούς τους λόγους η Διαμεσολάβηση είναι ένας σπουδαίος θεσμός, ένας θεσμός του παρόντος και του μέλλοντος, ένας θεσμός εφάμιλλος της ανθρώπινης φύσης.