Ο Σύνδεσμος Ελλήνων Διαμεσολαβητών τοποθετήθηκε στη δημόσια διαβούλευση με σχόλια επί των άρθρων  του νομοσχεδίου για τη διαμεσολάβηση και με σκοπό την επιπλέον βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου της διαμεσολάβησης ώστε και μέσα από την εισαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας να συμβάλλει στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων και στη γρήγορη επίλυση χιλιάδων ιδιωτικών διαφορών.

Δείτε παρακάτω τις προτάσεις του Σ.Ε.ΔΙ. επί του σχεδίου νόμου:

Άρθρο 179 - Παράγραφος 5

Στο θέμα του απαραδέκτου της κατάθεσης: Προτείνουμε να αντικατασταθεί η φράση «επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης» με τη φράση «επί ποινή απαραδέκτου της κατάθεσης» του ενδίκου βοηθήματος. Πρόκειται για την πιο βασική δομική αλλαγή, από την οποία εξαρτάται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου η επιτυχία του θεσμού. Εάν κάποιο μέρος της διαφοράς προσφύγει στη δικαιοσύνη, που σημαίνει συναντήσεις με τον δικηγόρο του, σύνταξη δικογράφου, αμοιβή για την κατάθεσή του, κλπ ουσιαστικά θα έχει διανύσει τη μεγαλύτερη διαδρομή μέχρι τη δίκη τόσο από πλευράς εξόδων όσο και από πλευράς επιλογής τρόπου επίλυσης. Συνεπώς ακόμη και αν υπάρχει υποχρέωση προσφυγής στη διαμεσολάβηση, θα την εκτελέσει μόνο προσχηματικά, καταβάλλοντας το ελάχιστο συμβολικό της κόστος. Τα στατιστικά θα καταγράψουν χιλιάδες πρακτικά υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας που δεν κατάληξαν σε διαμεσολάβηση εμφανίζοντας τελικά ένα θεσμό που δεν επιλέγεται από τους πολίτες. Το αιτούμενο, που έχει και σημαντική κοινωνική διάσταση, είναι να απαλλάξουμε τον ενάγοντα από το κόστος κατάθεσης, το οποίο ίσως και να μη χρειαστεί εάν η υπόθεση επιλυθεί στη διαμεσολάβηση. Επιπλέον, το «απαράδεκτο της συζήτησης» δημιουργεί στα δικαστήρια έναν περιττό όγκο κατάθεσης δικογράφων, τουλάχιστον ως προς τις υποθέσεις που τελικά θα επιλυθούν μέσω της διαμεσολάβησης. Άλλωστε στο πρώτο σχέδιο του ν. 4512/2018 η διατύπωση προέβλεπε  ορθά το «απαράδεκτο της κατάθεσης», το οποίο δυστυχώς στη συνέχεια άλλαξε λαμβάνοντας υπόψη άλλες παραμέτρους και πάντως όχι την προοπτική επιτυχίας της διαμεσολάβησης. Η ίδια διατύπωση προτείνουμε να ισχύσει και για την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου και όπου αλλού στο κείμενο του νόμου γίνεται αναφορά σε αυτή.

Άρθρο 181 - Παράγραφος 2

Στο θέμα της πρότασης διαμεσολάβησης από τον δικαστή: Στην παράγραφο 2 του Άρθρου 181 στο εδάφιο 1 προτείνουμε να προβλεφθεί το δικαίωμα του δικαστή να «υποχρεώνει» (αντί να «καλεί») τα  μέρη να προσφύγουν στη διαμεσολάβηση. Να σημειωθεί πως εισάγουμε δικαίωμα και όχι υποχρέωση. Πρόκειται για μια λέξη που δίνει μεγαλύτερη εξουσία στον δικαστή επιτρέποντάς του να ασκήσει με τη δική του διάκριση το δικαίωμα να υποχρεώσει τα μέρη σε διαμεσολάβηση και μπορεί να αποβεί πολύ χρήσιμη σε εκατοντάδες περιπτώσεις της ειδικής διαδικασίας. Με την υφιστάμενη διατύπωση, ακόμη και αν θέλει να το πράξει, δεν μπορεί. Το δικαίωμα να μπορεί ο δικαστής να υποχρεώσει  τα μέρη σε διαμεσολάβηση συμβαίνει σε νομικά συστήματα δεκάδων χωρών με απόλυτη επιτυχία.

Άρθρο 182 - Όπου αναφέρεται «επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης» προτείνουμε να γίνει «επί ποινή απαραδέκτου της κατάθεσης»

Άρθρο 182 - Παράγραφος 2

Στο θέμα των διαφορών που υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία: θεωρούμε πως θα μπορούσε η διατύπωση να περιλαμβάνει και τις διαφορές των Ειρηνοδικείων, όπου η φύση των διαφορών είναι ακόμη απλούστερη και θα μπορούσαν χιλιάδες εξ αυτών να επιλυθούν εξωδικαστικά με ταχύτατες διαδικασίες.  

Άρθρο 182 - Παράγραφος 4Α

Στο θέμα της υποβολής αιτήματος προσφυγής: Προτείνουμε να αντικατασταθούν στο πρώτο εδάφιο οι λέξεις «παραδίδοντας» και «ενημερωτικό έντυπο» με τις λέξεις «αποστέλλοντας» (που περιγράφει μια πιο ευέλικτη διαδικασία υποβολής αιτήματος επιτρέποντας τη δυνατότητα ηλεκτρονικής υποβολής (email,  φόρμα κλπ) με κείμενο που θα εγκρίνει η ΚΕΔ) και «αίτημα προσφυγής σε διαμεσολάβηση» (που περιγράφει με ακρίβεια το αίτημα που υποβάλλει ο αιτών).

Στο θέμα του ορισμού διαμεσολαβητή από την ΚΕΔ: Προκύπτουν αρκετά ζητήματα στην εφαρμογή αυτής της διατύπωσης. Καταρχάς υπάρχει διαμεσολαβητής ο οποίος έχει ήδη λάβει αίτημα προσφυγής από τον αιτούντα. Συνεπώς, αν προκύψει η διαφωνία στο πρόσωπό του, θα είναι μετά την επικοινωνία του με την άλλη πλευρά. Εάν αυτό συμβεί, με ποιόν τρόπο θα προτείνει ορισμό διαμεσολαβητή η ΚΕΔ; Ποιος θα τηρεί τη σειρά προτεραιότητας; Τι θα γίνει αν η σειρά προτεραιότητας υποδεικνύει διαμεσολαβητή εκτός του τόπου κατοικίας ή έδρας των μερών; Θα υπάρχει αυτοματοποιημένη εφαρμογή με κριτήρια; Με λογάριθμο; Πως θα λειτουργεί και πως θα ελέγχεται; Τι θα γίνει αν ο προτεινόμενος διαμεσολαβητής δε γίνει δεκτός από τα μέρη; Θεωρούμε πως η πρόβλεψη του νόμου εμπλέκει την ΚΕΔ σε έναν ρόλο γραφειοκρατικό που δεν θα πρέπει να την αφορά και θα δημιουργήσει τεράστια πρακτικά προβλήματα διαχείρισης, ενώ θέτει το ζήτημα του ορισμού διαμεσολαβητή σε ένα περιβάλλον καχυποψίας (στη λογική διαμεσολαβητής «δικός μου» ή «δικός του») ακυρώνοντας την αυτονόητη αμεροληψία και ουδετερότητα οποιουδήποτε διαμεσολαβητή. Προτείνουμε το εξής: ο ορισμός διαμεσολαβητής να μείνει αποκλειστικά στην ευθύνη των μερών και των δικηγόρων τους, που είναι ελεύθερα να βρουν τον τρόπο ορισμού, είτε αυτός γίνει από τρίτο μέρος της κοινής τους εμπιστοσύνης, ή ακόμη και με κλήρωση από λίστα προτεινόμενων από κάθε πλευρά διαμεσολαβητών. Συνεπώς προτείνουμε μια νέα διατύπωση: «Ως Διαμεσολαβητής επιλέγεται αυτός στον οποίο υποβάλλει ο ενάγων το αίτημά του για προσφυγή στη διαμεσολάβηση. Σε περίπτωση που αυτός δε γίνει δεκτός από την άλλη πλευρά, ορίζεται νέος διαμεσολαβητής με συμφωνία των μερών ή από τρίτο πρόσωπο κοινής επιλογής των μερών ή μετά από κλήρωση που διενεργούν τα μέρη από λίστα έξι προτεινόμενων διαμεσολαβητών από το Ειδικό Μητρώο διαμεσολαβητών του άρθρου 203 του παρόντος, που περιλαμβάνει τρεις προτεινόμενους από κάθε πλευρά.»

Στο θέμα της γνωστοποίησης της πρόσκλησης από τον διαμεσολαβητή: Θωρούμε πως υπάρχει πρακτικό ζήτημα στο θέμα της γνωστοποίησης της πρόσκλησης του διαμεσολαβητή και στο θέμα της βεβαιότητας παραλαβής. Η υφιστάμενη διατύπωση εισάγει επιπλέον κόστος επιδόσεων με δικαστικό επιμελητή. Πρακτικά σημαίνει πως ή θα επιβαρυνθεί με επιπλέον κόστος ο προσφεύγων (50€ ανά επίδοση ανάλογα με το αριθμό των μερών της άλλης πλευράς) ή με τα ίδια ποσά ο διαμεσολαβητής που ίσως τελικά δαπανήσει περισσότερα από ότι θα είναι η αμοιβή του. Προτείνουμε να αλλάξει η διατύπωση ως εξής: «Η γνωστοποίηση όταν γίνεται ηλεκτρονικά πρέπει να αποδεικνύει το περιεχόμενο και την ημερομηνία της και όταν γίνεται με συστημένη επιστολή ή άλλο νόμιμο τρόπο πρέπει επιπλέον να αποδεικνύει και τη βεβαιότητα παραλαβής».

Άρθρο 182 - Παράγραφος 4Β

Στο θέμα της τηλεδιάσκεψης: Θα πρέπει να διευκρινιστεί πως η δυνατότητα τηλεδιάσκεψης αφορά γενικά στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και όχι μόνο στη διαδικασία του άρθρου 182. Επιπλέον, με την παρούσα διατύπωση εισάγει κατά την εκτίμησή μας μια περιττή υποχρέωση και δέσμευση για όλους τους εμπλεκόμενους στη διαδικασία, μέρη, διαμεσολαβητή και δικηγόρους, ακυρώνοντας την ευελιξία που παρέχει η τεχνολογία. Γιατί πρέπει να οριστεί ο τόπος που θα πρέπει να είναι οι συντελεστές της διαδικασίας σε μια online διαμεσολάβηση; Προτείνουμε μια πιο ελεύθερη διατύπωση: «Στην περίπτωση που η φυσική παρουσία οποιουδήποτε από τους νόμιμα παριστάμενους στη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν είναι δυνατή, αυτοί μπορούν να συμμετέχουν στη διαδικασία με τηλεδιάσκεψη μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλου συστήματος που παρέχει ο διαμεσολαβητής, ο οποίος έχει την ευθύνη να συντονίσει τη διαδικασία και να διασφαλίσει πως όλα τα μέρη θα βρίσκονται παρόντα στον ίδιο χρόνο με τηλεδιάσκεψη ή με φυσική παρουσία, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα και κάθε αναγκαία τεχνική λεπτομέρεια». Οι διαμεσολαβητές θα πρέπει να παρέχουν στο πλαίσιο των υπηρεσιών τους την τεχνογνωσία και τα μέσα για μια τηλεδιάσκεψη.

Άρθρο 183 - Παράγραφος 2

Στο θέμα της διαφωνίας στο πρόσωπο του διαμεσολαβητή στην εκούσια προσφυγή: Η εμπειρία δείχνει πως σε περιπτώσεις εκούσιας προσφυγής στη διαμεσολάβηση σπανίως υπάρχει διαφωνία στο πρόσωπο του διαμεσολαβητή. Και πάντως αν κάτι τέτοιο συμβεί καλύπτεται από την πρόβλεψη του πρώτου και δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2. Προφανώς εφόσον προτείνουμε την απαλλαγή της ΚΕΔ από την αρμοδιότητα ορισμού διαμεσολαβητή στη διαδικασία του 182, κατά μείζονα λόγο δε βλέπουμε τον λόγο της ανάμιξής της στη εκούσια προσφυγή στη διαμεσολάβηση του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 183 - Παράγραφος 3

Στο θέμα οργάνωσης της διαδικασίας: Θεωρούμε πως το πρώτο εδάφιο της παραγράφου3 αρκεί για να καλύψει την οργάνωση της διαδικασίας. Αν χρειάζεται για λόγους σαφήνειας να γίνει ειδική αναφορά στην τηλεδιάσκεψη (η οποία καλό θα ήταν να μη μπει ως ειδική διάταξη στη διαδικασία του 182, αλλά ως γενική πρόβλεψη για τη διαμεσολάβηση του 182 και 183) προτείνουμε την παρακάτω αναδιατύπωση του πρώτου εδαφίου: «Ο χρόνος, τόπος και λοιπές διαδικαστικές λεπτομέρειες της διεξαγωγής της διαμεσολάβησης συμπεριλαμβανομένης και της δυνατότητας τηλεδιάσκεψης, καθορίζονται από τον διαμεσολαβητή σε συνεννόηση με τα μέρη». Το εδάφιο 2 προτείνουμε να καταργηθεί στο σύνολό του αφού είναι αδόκιμο να διεξάγει ο διαμεσολαβητής τη διαδικασία χωρίς προηγούμενη συμφωνία ή συνεννόηση με τα μέρη για τα θέματα οργάνωσης.    

Άρθρο 183 - Παράγραφος 5

Στο θέμα της υπογραφής για τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της διαδικασίας:Επειδή συχνά στη διαμεσολάβηση προκύπτει η παρουσία νέων προσώπων (τεχνικών συμβούλων, συγγενών κλπ) μετά την έναρξη της διαδικασίας και την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού υπαγωγής, προτείνουμε για λόγους σαφήνειας να αναδιατυπωθεί το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 ως εξής: «Όλοι οι συμμετέχοντες στη διαμεσολάβηση, είτε παρίστανται πριν την έναρξή της, είτε προστεθούν στη διάρκεια της διαδικασίας συμφωνούν εγγράφως περί του εμπιστευτικού ή μη χαρακτήρα της διαδικασίας» 

Άρθρο 183 - Παράγραφος 8

Στο θέμα της βαρείας αμέλειας:Η συγκεκριμένη διάταξη προέκυψε από την αντίστοιχη του 3898/2010 με την πλήρως αναιτιολόγητη προσθήκη της βαρείας αμέλειας. Για να προστεθεί η βαρεία αμέλεια στο προηγούμενο κείμενο του άρθρου 183, θα πρέπει ο νομοθέτης να σκέφτηκε πως ενδέχεται η συμπεριφορά του διαμεσολαβητή να παρεκκλίνει με τρόπο σημαντικό, ασυνήθη, και ιδιαιτέρως μεγάλο σε σχέση με τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου και να χαρακτηρίζεται από πλήρη αδιαφορία για τα παράνομα σε βάρος του μέρους ή των μερών αποτελέσματα αυτής της συμπεριφοράς. Σε μια διαδικασία που γίνεται παρουσία των δικηγόρων, με δυνατότητα αποχώρησης αναιτιολόγητα σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, με θεσμικές εγγυήσεις διαπίστευσης και ανεξαρτησίας πως θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο; Προτείνουμε την επαναφορά της στη διατύπωση του αρχικού νόμου του 2010: «Ο διαμεσολαβητής δεν υποχρεούται να αποδεχθεί το διορισμό του και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ευθύνεται μόνο για δόλο, ανεξαρτήτως της τυχόν πειθαρχικής ή ποινικής ευθύνης του»

Άρθρο 185 

Στο θέμα της γνωστοποίησης του αιτήματος του προσφεύγοντος (στις αποσβεστικές προθεσμίες): Προτείνουμε στο πρώτο εδάφιο μια σαφέστερη διατύπωση: «Η γνωστοποίηση του αιτήματος του προσφεύγοντος στο άλλο ή τα άλλα μέρη, είτε πρόκειται για την εκούσια προσφυγή του άρθρου 183, είτε για την υποχρεωτική προσφυγή του άρθρου 182, αναστέλλει την παραγραφή …….»

Άρθρο 186 - Παράγραφος 1

Στο θέμα της σύνθεσης της ΚΕΔ και της ιδιότητας των μελών της: Η γενική παρατήρηση στο συγκεκριμένο άρθρο αφορά καταρχάς στην απαραίτητη, κατά την εκτίμησή μας, προϋπόθεση όλα τα μέλη του οργάνου, όποια και αν είναι τελικά η σύνθεσή του, να είναι διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές (υπάρχουν και στο Σώμα των Δικαστών). Είναι για εμάς πολύ προφανές πως έλλειψη αυτής της ιδιότητας θα δημιουργήσει τεράστιο πρόβλημα στην αποτελεσματική λειτουργία του οργάνου. Η ΚΕΔ είναι όργανο ορθής εφαρμογής της διαμεσολάβησης. Και θα πρέπει τα μέλη της να έχουν εμπειρία, εξειδικευμένα βιογραφικά και βαθιά γνώση του θεσμού, διαπίστευση διαμεσολαβητή και να τα ενώνει ο κοινός σκοπός της επιτυχίας του θεσμού. Επιπλέον, θεωρούμε βασικό έλλειμμα του υπό διαβούλευση νόμου την απουσία από τα μέλη του οργάνου τουλάχιστον δύο εκπροσώπων διαμεσολαβητών από τους επαγγελματικούς φορείς διαμεσολαβητών της χώρας που μπορούν να προσφέρουν σημαντική τεχνογνωσία στη λειτουργία και τις αποφάσεις του οργάνου. Προτείνουμε την προσθήκη εδαφίου η)  στην παράγραφο 1 του άρθρου186 ως εξής: «Δύο (2) εκπροσώπους διαμεσολαβητών που θα προτείνουν οι διοικήσεις των επαγγελματικών φορέων των διαμεσολαβητών».

Άρθρο 186 - Παράγραφος 1

Δεν έχουμε καμία αντίρρηση να λάβουν την ιδιότητα του διαμεσολαβητή του ν.4512/2018 οποιοιδήποτε διαμεσολαβητές πιστοποιημένοι σε άλλες χώρες, υπό την προϋπόθεση πως η απόκτηση αυτής της ιδιότητας αυτής θα έχει την έγκριση της ΚΕΔ και ο διαμεσολαβητής θα εγγραφεί στο μητρώο διαμεσολαβητών του υπουργείου και θα υπόκειται χωρίς εξαιρέσεις στις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Άρθρο 194 - Παράγραφος 1

Στο θέμα της ελεύθερης συμφωνίας αμοιβής του διαμεσολαβητή: Με τον τρόπο που έχει διατυπωθεί το συγκεκριμένο εδάφιο καταλαβαίνει κάποιος πως τα δύο μέρη της διαφοράς είναι αυτά που με κοινή τους συμφωνία αποφασίζουν την αμοιβή του διαμεσολαβητή! Θεωρούμε πως το θέμα της αμοιβής πρέπει να είναι αντικείμενο ελεύθερης συμφωνίας μεταξύ του διαμεσολαβητή και του κάθε μέρους. Η εμπειρία έχει δείξει πως πολλές φορές η αμοιβή, που συνήθως εννοείται και εφαρμόζεται εξ ημισείας, μπορεί να γίνει δεκτή από το ένα μέρος αλλά όχι από το άλλο (τυπικό παράδειγμα η διαμεσολάβηση μεταξύ μιας μεγάλης εταιρίας και ενός μικρού ιδιώτη). Στην περίπτωση αυτή είναι εξαιρετικά δύσκολο να συμφωνήσει το πρώτο μέρος να αναλάβει μέρος της αμοιβής που αναλογεί (με την εξ ημισείας διανομή) στην άλλη πλευρά. Δεν είναι επίσης λογικό, ο διαμεσολαβητής να μειώνει την αμοιβή του και για τα δύο μέρη στο επίπεδο της χαμηλότερης τιμής. Πρόβλημα επίσης προκύπτει από την υποχρέωση «γραπτής» συμφωνίας αφού στην πράξη ο διαμεσολαβητής συμφωνεί την αμοιβή του με τα μέρη προφορικά, ενώ ακόμη και η αναφορά της σε email του διαμεσολαβητή προς το μέρος είναι αμφίβολο αν  νοείται ως γραπτή συμφωνία, παρά μόνο ίσως από τη στιγμή που θα γίνει η καταβολή του ποσού. Κατά συνέπεια η ορθή διατύπωση του εδαφίου πρέπει να διασφαλίζει την ελεύθερη και ευέλικτη συμφωνία του διαμεσολαβητή με κάθε μέρος. Προτείνουμε: «Η αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται ελεύθερα με συμφωνία του διαμεσολαβητή με το κάθε μέρος»      

Άρθρο 194 - Παράγραφος 2α

Στο θέμα της αμοιβής της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας: Στην παράγραφο 2 θεωρούμε πως η αμοιβή των 50€ της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας είναι χαμηλή. Προτείνουμε να κινηθεί στα επίπεδα των 70€ (δηλαδή 35€ ή λιγότερο ανά μέρος, αν είναι πολυμερής η διαδικασία),που είναι αφενός εύλογη για το έργο και τα έξοδα των διαμεσολαβητών και αφετέρου βρίσκεται σε απόλυτη εφαρμογή με την απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τη μείωση του κόστος της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας (συνυπολογίζοντας μάλιστα και την κατάργηση της υποχρεωτικής παρουσίας δικηγόρου στην αρχική συνεδρία και του κόστους επιδόσεων). Επειδή ο προσφεύγων στη διαμεσολάβηση θα αναλάβει να καταβάλλει στον διαμεσολαβητή όλη την αμοιβή, στην περίπτωση που το άλλο μέρος δεν προσέλθει ή προσέλθει αλλά δεν καταβάλλει το ήμισυ της αμοιβής που του αναλογεί (πρέπει να διευκρινιστεί στο εδάφιο α) πως η αμοιβή  βαρύνει τα μέρη εξ ημισείας εκτός διαφορετικής μεταξύ τους συμφωνίας), προτείνουμε να καταδικάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 επ. ΚΠολΔ στο πενταπλάσιο του μέρους της αμοιβής που του αναλογεί. Προτείνουμε επίσης α) την απαλλαγή της αμοιβής της αρχικής συνεδρίας από ΦΠΑ για μικρότερη επιβάρυνση των μερών και β) τον συμψηφισμό της με την κύρια αμοιβή του διαμεσολαβητή, εφόσον τα μέρη συμφωνήσουν να συνεχίσουν την επίλυση με  διαμεσολάβηση.